Στα Ιωάννινα αποκαλύφθηκε περίπτωση απόκρυψης 472.200 ευρώ
Παρά την εντατικοποίηση των ελέγχων και την αξιοποίηση σύγχρονων ψηφιακών εργαλείων, όπως το ψηφιακό πελατολόγιο, η φοροδιαφυγή εξακολουθεί να αποτελεί μείζον πρόβλημα για την οικονομία.
Ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά παραβατικότητας καταγράφονται στον κλάδο των συνεργείων αυτοκινήτων, τα οποία αναδεικνύονται σε βασικούς «πρωταγωνιστές» των παραβάσεων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΑΑΔΕ, το προηγούμενο έτος διενεργήθηκαν συνολικά 290.000 έλεγχοι και έρευνες σε πανελλαδικό επίπεδο, με τους καταλογισμούς φόρων και προστίμων να φθάνουν τα 3,1 δισ. ευρώ. Ένας στους τρεις φορολογουμένους που ελέγχθηκαν εντοπίστηκε με παραβάσεις, ενώ το ποσοστό παραβατικότητας αυξήθηκε στο 29,7%, από 27,1% το 2024.
Στην κορυφή της σχετικής λίστας βρίσκονται οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο επισκευής μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσικλετών, με ποσοστό παραβατικότητας που αγγίζει το 61%. Ακολουθούν οι χερσαίες μεταφορές και οι μεταφορές μέσω αγωγών (58,1%), οι δραστηριότητες ενοικίασης και εκμίσθωσης (56,2%), οι υπηρεσίες υγείας (54%) και οι λοιπές προσωπικές υπηρεσίες (50,3%).
Σε χαμηλότερα, αλλά παραμένουν υψηλά επίπεδα κινούνται η φυτική και ζωική παραγωγή (40,8%), το χονδρικό εμπόριο (33,9%), η εστίαση (32,4%), τα καταλύματα (31,6%) και το λιανικό εμπόριο (29,3%). Η βιομηχανία τροφίμων εμφανίζει ποσοστό 28,8%, ενώ στους λοιπούς τομείς η παραβατικότητα περιορίζεται στο 19,1%.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η γεωγραφική κατανομή των ελέγχων. Από τους 37.493 συνολικά, οι 25.798 πραγματοποιήθηκαν εκτός έδρας, όπου και καταγράφεται υψηλότερη παραβατικότητα (31,77%) σε σχέση με τους ελέγχους εντός έδρας (25,31%).
Σε επίπεδο φορολογικών περιφερειών, η Θεσσαλονίκη συγκέντρωσε τον μεγαλύτερο αριθμό ελέγχων, ενώ Πάτρα και Πειραιάς καταγράφουν τα υψηλότερα ποσοστά παραβατικότητας, κυρίως σε ελέγχους εκτός αρμοδιότητας.
Σε περιφερειακό επίπεδο, τα υψηλότερα ποσοστά εντοπίζονται στη Δυτική Ελλάδα (39,9%), την Πελοπόννησος (39,6%) και τη Θεσσαλία (38,2%), ενώ η Δυτική Μακεδονία εμφανίζει το χαμηλότερο ποσοστό (24,9%).
Στο στόχαστρο εστίαση και λιανεμπόριο
Οι έλεγχοι επικεντρώθηκαν σε κλάδους υψηλής επικινδυνότητας, με την εστίαση να συγκεντρώνει 22.020 ελέγχους και ποσοστό παραβατικότητας 32,4%, και το λιανικό εμπόριο 11.149 ελέγχους με ποσοστό 29,3%.
Πέραν των χρηματικών προστίμων, οι ελεγκτικές αρχές προχώρησαν σε αναστολή λειτουργίας 680 επιχειρήσεων, ενώ σε 293 περιπτώσεις επιβλήθηκαν ειδικές χρηματικές κυρώσεις. Τα περισσότερα «λουκέτα» αφορούσαν επιχειρήσεις εστίασης (40,44%), ακολουθούμενες από τον αγροτικό τομέα (33,68%) και το λιανικό εμπόριο (9%).
Οι έλεγχοι στόχευσαν, μεταξύ άλλων, κυκλώματα εικονικών τιμολογίων, τουριστικές επιχειρήσεις και βραχυχρόνιες μισθώσεις, το ηλεκτρονικό εμπόριο και τις αδήλωτες διαδικτυακές συναλλαγές, καθώς και τη χρήση παραποιημένου λογισμικού.
Στο μικροσκόπιο βρέθηκαν επίσης πρατήρια καυσίμων, πλατφόρμες κρατήσεων, συναλλαγές με κάρτες και δραστηριότητες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Οι διασταυρώσεις στοιχείων έφεραν στο φως χαρακτηριστικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής:
• Στον Δυτικό Τομέα Αθηνών, φυσικό πρόσωπο – μέλος εταιρειών απέκρυψε εισοδήματα ύψους 3,23 εκατ. ευρώ την περίοδο 2019-2020.
• Στον Νότιο Τομέα Αθηνών, ασφαλιστής δεν δήλωσε φορολογητέα ύλη 532.400 ευρώ.
• Στα Ιωάννινα, κομμώτρια απέκρυψε εισοδήματα 472.200 ευρώ την περίοδο 2020-2023.
• Στο Ηράκλειο, εργάτης δεν δήλωσε εισοδήματα 334.815 ευρώ.
• Στον Βόρειο Τομέα Αθηνών, εντοπίστηκε απόκρυψη 310.500 ευρώ.
• Σε ακόμη μία περίπτωση στον Νότιο Τομέα Αθηνών, αποκρύφθηκαν 307.160 ευρώ.
Η εικόνα που προκύπτει από τα στοιχεία επιβεβαιώνει ότι, παρά τα ενισχυμένα ελεγκτικά εργαλεία, η φοροδιαφυγή παραμένει εκτεταμένη, με συγκεκριμένους κλάδους να εμφανίζουν σταθερά υψηλή παραβατικότητα.









Αριθμός Μ.Η.Τ.: 232375