Προβληματισμό προκαλούν τα ευρήματα σχετικά με την παρουσία τοξικών και επικίνδυνων μικρορύπων στο περιβάλλον και την τροφική αλυσίδα, χωρίς ωστόσο, προς το παρόν, να καταγράφονται επίπεδα που να οδηγούν σε άμεσο συναγερμό.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι πρόκειται για ουσίες που, ακόμη και σε χαμηλές συγκεντρώσεις, ενδέχεται να εγκυμονούν κινδύνους για τη δημόσια υγεία.
Το ζήτημα αυτό βρέθηκε στο επίκεντρο ημερίδας που πραγματοποιήθηκε στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, με πρωτοβουλία του Εργαστηρίου Βιομηχανικής Χημείας του Τμήματος Χημείας. Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης παρουσιάστηκαν αποτελέσματα ερευνών για την ανίχνευση και ποσοτική καταγραφή οργανικών μικρορύπων, οι οποίοι προέρχονται τόσο από σαφώς προσδιορισμένες πηγές, όπως βιομηχανίες και εγκαταστάσεις επεξεργασίας αποβλήτων, όσο και από διάχυτες δραστηριότητες, όπως η χρήση αγροχημικών.
Αναφορά έγινε σε κατηγορίες ουσιών όπως οι φαρμακευτικές ενώσεις, τα φυτοφάρμακα και τα μικροπλαστικά, τα οποία εντοπίζονται τόσο σε υδάτινα οικοσυστήματα όσο και σε τρόφιμα. Στόχος των μελετών είναι η αποτίμηση της συγκέντρωσής τους αλλά και η διερεύνηση των πιθανών επιπτώσεων στην ανθρώπινη υγεία.
Την εναρκτήρια εισήγηση πραγματοποίησε ο ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Χημείας, Τριαντάφυλλος Αλμπάνης, παρουσιάζοντας στοιχεία από έρευνα που επικεντρώθηκε στην τοπική αγορά των Ιωαννίνων. Η μελέτη αφορούσε την ανάλυση φρούτων και λαχανικών που διατίθενται στα σούπερ μάρκετ της περιοχής, με στόχο την καταγραφή πιθανών επιμολύνσεων.
Όπως ανέφερε ο κ. Αλμπάνης, επικρατεί η λάθος αντίληψη ότι τα συγκεκριμένα προϊόντα (φρούτα και λαχανικά) αποτελούν αναπόσπαστο μέρος μιας υγιεινής διατροφής, ωστόσο τα ευρήματα δείχνουν μια πιο σύνθετη εικόνα. Η εκτεταμένη χρήση φυτοφαρμάκων έχει ως αποτέλεσμα την παρουσία χημικών ενώσεων, οι οποίες, παρότι ανιχνεύονται σε μικρές ποσότητες, εμφανίζουν ανθεκτικότητα στο περιβάλλον και ενδέχεται να παρουσιάζουν τόσο άμεση όσο και μακροχρόνια τοξικότητα.
«Στο 50% των λαχανικών που καταναλώνουμε εντοπίζουμε τουλάχιστον ένα τέτοιο υπόλειμμα, ενώ σε ένα μικρό ποσοστό 2-4% εντοπίζουμε μέχρι και 10 διαφορετικά φυτοφάρμακα. Οι συγκεντρώσεις ωστόσο είναι εντός των ορίων που κρίνονται ασφαλή για την κατανάλωση. Τις μικρότερες ανιχνεύσεις υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων ωστόσο τις βλέπουμε στα φρούτα τα τελευταία χρόνια. Υπάρχουν όμως μερικά νέα φυτοφάρμακα που εμφανίζονται σε μικρές συγκεντρώσεις, αλλά εμφανίζονται πάντα και σε σταθερό επίπεδο», σημείωσε ο κ. Αλμπάνης.
Θα μπορούσε όμως να πει κάποιος ότι η μείωση χρήσης των φυτοφαρμάκων θα επέφερε περισσότερο θετικά αποτελέσματα στις αναλύσεις αλλά κυρίως στην υγιεινή διατροφή των πολιτών;
«Παραγωγή χωρίς φυτοφάρμακα δε γίνεται, για να καλύψουμε τις ανάγκες. Αν υποθέσουμε ότι θα μπορούσαμε να πάμε σε οργανική ή βιολογική παραγωγή θα είχαμε μικρότερες ποσότητες παραγόμενων προϊόντων μέχρι και 40%, επομένως θα είχαμε και πολύ πιο ακριβά τρόφιμα, άρα αυτό σημαίνει, ότι δε θα ήταν και διαθέσιμα για όλους», σημείωσε ο κ. Αλμπάνης.
Ο κίνδυνος από ΗΠΑ και Ασία
Ο Καθηγητής Αναλυτικής Χημείας Νίκος Θωμαΐδης έδωσε μία διαφορετική προσέγγιση για το πώς επηρεάζεται η αγορά στην Ευρώπη από τις συνθήκες της παγκόσμιας αγοράς και τις αποφάσεις που λαμβάνουν ΗΠΑ και Ασία. Τόνισε ότι ζούμε σε έναν χημικό κόσμο που έχει βελτιώσει τη ζωή των ανθρώπων και έχει αυξήσει το προσδόκιμο ζωής, όμως είναι μακρύς ακόμη ο δρόμος για να πάμε από την κλασική στην «πράσινη Χημεία» και επεσήμανε τον κίνδυνο στην αλόγιστη χρήση φυτοφαρμάκων και άλλων οργανικών ρύπων στο περιβάλλον και στη διατροφή. Παράλληλα, επέμεινε ιδιαίτερα στο ότι οι πολιτικές ελέγχου που εφαρμόζει η Ε.Ε έρχονται αντιμέτωπες με πολύ πιο χαλαρές πολιτικές που εφαρμόζονται στις ΗΠΑ και την Ασία.
«Τα πάντα στις ΗΠΑ εξαρτώνται από το ποιος κυβερνά και φυσικά είναι θέμα οικονομικής δυνατότητας. Η νομοθεσία ελέγχου και διασφάλισης των όρων ποιότητας είναι πολύ πιο αυστηρή στην Ευρώπη από ό,τι στην Αμερική. Ο πολίτης αντικειμενικά δεν έχει τη δυνατότητα να προστατευθεί. Έχει απλώς τη δυνατότητα της πρόσβασης σε καλύτερη αγορά αν έχει την πληροφορία, αλλά και τα χρήματα. Το θέμα είναι πως μετά τη Συμφωνία του Μάαστριχτ οι βιομηχανίες στην Ευρώπη συμμορφώνονται σε μεγάλο βαθμό στη διασφάλιση της ποιότητας των προϊόντων. Όμως στην Ευρώπη εισάγονται προϊόντα από ΗΠΑ και Ασία που στην πορεία περνώντας από άλλες χώρες «βαφτίζονται» ως ευρωπαϊκά προϊόντα και αυτό είναι κάτι που ο καταναλωτής δε μπορεί να το ελέγξει», σημείωσε χαρακτηριστικά ο κ. Θωμαΐδης.









Αριθμός Μ.Η.Τ.: 232375