«Σήμα» για αύξηση ορίων συνταξιοδότησης

Νέα

Η έκθεση αναφέρει ότι για την Ελλάδα η ηλικία συνταξιοδότησης αναμένεται να αυξηθεί κατά 2,8 έτη, 2,5 έτη για την Ιταλία

Σε έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, για τα συνταξιοδοτικά συστήματα των χωρών-μελών του, ο Οργανισμός αναφερόμενος στη χώρα μας, κάνει την εκτίμηση ότι ίσως μέχρι το 2050, λόγω βελτίωσης του προσδόκιμου ζωής, θα πρέπει να αυξηθούν τα όρια ηλικίας κατά 2,8 έτη. Η αναπροσαρμογή αυτή θα προκύψει σε σχέση με το 62ο έτος ηλικίας (και 40 έτη ασφάλισης), που είναι ένα εκ των δύο ορίων που έχει θέσει το ισχύον ασφαλιστικό σύστημα στη χώρα (το άλλο είναι το 67ο έτος με 15 χρόνια ασφάλισης).

Η έκθεση αναφέρει ότι για την Ελλάδα η ηλικία συνταξιοδότησης αναμένεται να αυξηθεί κατά 2,8 έτη, 2,5 έτη για την Ιταλία, ενώ μεγαλύτερες αυξήσεις κατά 4,5 έτη εκτιμάται ότι θα προκύψουν σε Δανία και σε Εσθονία μέχρι το 2050. Για τη χώρα μας λαμβάνεται ως δεδομένο ότι τα 62 έτη είναι το όριο ηλικίας πλήρους σύνταξης για κάποιον που εργάζεται από 22 ετών. Το όριο αυτό προβλέπεται ότι το 2035 θα υπερβεί τα 63 έτη, για να προσεγγίσει το 2050 τα 65 έτη. Επίσης, η διαδικασία αυτή θα οδηγήσει το 2064 σε όριο ηλικίας στα 66 έτη.

Ένα βασικό στοιχείο που ασκεί πίεση στο συνταξιοδοτικό σύστημα της χώρας είναι η μείωση στο εργατικό δυναμικό στις ηλικίες 20-64 ετών, που για την Ελλάδα προβλέπεται ότι μπορεί να υπερβεί το 35%. Το ποσοστό αυτό είναι αισθητά υψηλότερο από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ, που εκτιμάται ότι θα υποστούν μείωση 10% στο εργατικό δυναμικό τους. Στην ίδια κατηγορία με την Ελλάδα βρίσκονται ακόμα η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, η Λετονία, η Λιθουανία και η Πολωνία. Υποχώρηση εργατικού δυναμικού στα επίπεδα του 25% θα υποστούν χώρες όπως η Εσθονία, η Ουγγαρία, η Ιταλία, η Πορτογαλία, η Σλοβενία, η Σλοβακία και η Ισπανία.

Η έκθεση του ΟΟΣΑ

Ο ΟΟΣΑ διαπιστώνει ότι η πανδημία έχει προκαλέσει επιβάρυνση στους ηλικιωμένους. Σε αυτή τη φάση, βέβαια, φαίνεται ότι οι συντάξεις τους προστατεύονται σε ικανοποιητικό βαθμό από όλες τις χώρες. Ανάλογη προστασία έχει φανεί ότι υπάρχει και για τα μελλοντικά συνταξιοδοτικά δικαιώματα, γεγονός που αποτελεί μια πολιτική απάντηση στην κρίση. Το 2020 η μέση πραγματική ηλικία συνταξιοδότησης για όλες τις χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ ήταν τα 63,8 έτη για τους άνδρες και τα 62,4 έτη για τις γυναίκες. Οι Ελληνίδες έβγαιναν πέρυσι στη σύνταξη στα 58,1 έτη κατά μέσο όρο και έτσι είχαν μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής (28,4 χρόνια). Οι άνδρες της χώρας συνταξιοδοτήθηκαν στα 62 έτη κατά μέσο όρο.

Στη συγκεκριμένη έκθεση, όμως, ο Οργανισμός διαπιστώνει ότι υπάρχει ο κίνδυνος μακροπρόθεσμης οικονομικής πίεσης. Αιτία είναι ότι διατηρείται το ζήτημα της γήρανσης του πληθυσμού, που επιβαρύνει σημαντικά τα ασφαλιστικά συστήματα. Επίσης, κατά τη διάρκεια της πανδημίας διαπιστώθηκε σημαντική απώλεια εισφορών, γεγονός που επιδείνωσε το οικονομικό απόθεμα των κρατών για να συνεχίσουν να απονέμουν τις ίδιες συντάξεις. Ακόμα κι αν υπήρξε κάλυψη από τους κρατικούς προϋπολογισμούς, το πρόβλημα των μειωμένων εισφορών, λόγω πανδημίας, παραμένει. Γι’ αυτό και ο ΟΟΣΑ προβλέπει ότι θα χρειαστούν επώδυνες πολιτικές αποφάσεις στο μέλλον για να αποκτήσουν μεγαλύτερη σταθερότητα τα συνταξιοδοτικά συστήματα.

Η εκτίμηση που υπάρχει είναι ότι τις δύο επόμενες δεκαετίες θα αυξηθεί ακόμα περισσότερο ο ρυθμός γήρανσης. Η εν λόγω διαδικασία εκτιμάται ότι θα προκύψει παρά το γεγονός πως από το 2010 διαπιστώνεται επιβράδυνση στην αύξηση του προσδόκιμου ζωής για την τρίτη ηλικία. Ακόμα πιο δυσμενές τοπίο αναμένεται να δημιουργηθεί από το γεγονός ότι έως το 2060 θα μειωθεί ο πληθυσμός που θα βρίσκεται σε ηλικία εργασίας. Η μείωση εκτιμάται ότι θα προκύψει στις περισσότερες χώρες της Νότιας, Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, καθώς επίσης στην Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα.

Κατά μέσο όρο, τα σημερινά ασφαλιστικά συστήματα παρέχουν ένα μέσο μελλοντικό καθαρό ποσοστό αναπλήρωσης 62% σε εργαζόμενους με πλήρη εργασιακό βίο και λαμβάνουν έναν μέσο μισθό ανάλογα τη χώρα. Το συγκεκριμένο ποσοστό, όμως, υποχωρεί κάτω από 40% σε Χιλή, Εσθονία, Ιρλανδία, Ιαπωνία, Νότια Κορέα, Λιθουανία και Πολωνία. Στον αντίποδα φτάνει στο 90% ή και περισσότερο σε Ουγγαρία, Πορτογαλία και Τουρκία.

Βελτιωτικές παρεμβάσεις

Η έκθεση διαπιστώνει ότι κατά τα δύο τελευταία χρόνια πολλές χώρες αναμόρφωσαν σημαντικά τις συνταξιοδοτικές παροχές που σχετίζονται με τις αποδοχές. Σε αυτές τοποθετεί και την Ελλάδα, κάνοντας προφανώς αναφορά στον πρόσφατο ασφαλιστικό νόμο (ν. 4670/2020), γνωστό και ως «νόμο Βρούτση», που παρέχει βελτιωμένα ποσοστά αναπλήρωσης για όσους έχουν πάνω από 30 έτη ασφάλισης. Ανάλογες βελτιώσεις πραγματοποιήθηκαν και σε άλλες χώρες όπως η Εσθονία, η Ουγγαρία, το Μεξικό, η Πολωνία και η Σλοβενία. Η Χιλή, η Γερμανία, η Λετονία και το Μεξικό αύξησαν επίσης την προστασία του εισοδήματος για τα άτομα με χαμηλές μηνιαίες αποδοχές.

Από την άλλη πλευρά, κατά το ίδιο διάστημα διαπιστώνεται ότι υπήρξαν περιορισμένες παρεμβάσεις για τις ηλικίες συνταξιοδότησης. Η Σουηδία αύξησε την ελάχιστη ηλικία συνταξιοδότησης για τις δημόσιες συντάξεις που σχετίζονται με τις αποδοχές. Η Ολλανδία ανέβαλε την προγραμματισμένη αύξηση, μειώνοντας παράλληλα τον ρυθμό της μελλοντικής σχέσης με το προσδόκιμο ζωής. Η Ιρλανδία κατάργησε την προγραμματισμένη αύξηση από 66 σε 68 έτη. Η Δανία, η Ιρλανδία, η Ιταλία και η Λιθουανία έχουν επεκτείνει τις επιλογές πρόωρης συνταξιοδότησης. Όλα αυτά, μάλιστα, στα έτη της πανδημίας.

Με βάση τα νομοθετημένα μέτρα, η κανονική ηλικία συνταξιοδότησης θα αυξηθεί κατά περίπου δύο χρόνια στις χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ κατά μέσο όρο μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 2060. Η μελλοντική κανονική ηλικία συνταξιοδότησης εκτιμάται ότι θα είναι τα 69 έτη ή και περισσότερο σε χώρες όπως οι Δανία, Εσθονία, Ιταλία και Ολλανδία. Η Κολομβία, το Λουξεμβούργο και η Σλοβενία θα επιτρέψουν στους άνδρες να συνταξιοδοτηθούν στα 62 έτη. Οι γυναίκες θα διατηρήσουν χαμηλότερη κανονική ηλικία συνταξιοδότησης από τους άνδρες στην Κολομβία, την Ουγγαρία, το Ισραήλ, την Πολωνία και την Ελβετία.

Τι προβλέπει η ισχύουσα νομοθεσία

Η επίδραση του προσδόκιμου ζωής στα όρια ηλικίας στην Ελλάδα έχει προβλεφθεί ήδη από το 2010, με τον τότε ασφαλιστικό νόμο (ν. 3863/2010), γνωστό και ως «νόμο Λοβέρδου». Με σημείο αναφοράς τα 65 έτη, έχει θεσμοθετηθεί να εκκινήσει ο έλεγχος για την όποια αναπροσαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2021 και μετά. Ορίζεται, μάλιστα, ότι κάθε τριετία θα πραγματοποιείται σχετικός επανέλεγχος.

Το 2015, όμως, οριοθετήθηκαν τα σημερινά όρια ηλικίας (ν. 4404/15). Έτσι, λοιπόν, ως βασικό όριο τέθηκε το 67ο έτος ηλικίας (με 15 έτη ασφάλισης) και έπεται το 62ο έτος ηλικίας (με 40 έτη ασφάλισης). Με δεδομένο ότι έχει ήδη οριστεί το 67ο έτος ηλικίας, ο έλεγχος για τη συσχέτιση του προσδόκιμου ζωής με το 65ο έτος σε αυτή τη φάση περισσεύει, αφού έχει ήδη υπερκαλυφθεί. Ενδιαφέρον, όμως, παρουσιάζει ο επανέλεγχος που θα πρέπει να πραγματοποιηθεί το 2024. Εκεί θα φανεί εάν έχει υπάρξει -και σε ποιο βαθμό- βελτίωση στο προσδόκιμο ζωής στη χώρα και εάν αυτή η βελτίωση έχει επηρεάσει και το ασφαλιστικό σύστημα ώστε να χρειάζεται αναπροσαρμογή στα όρια ηλικίας. Ο ΟΟΣΑ διαπιστώνει στην έκθεσή του ότι η σύνδεση του προσδόκιμου ζωής με τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, που έχει γίνει στην Ελλάδα από το 2010, έχει ως αποτέλεσμα να μειωθεί η συνταξιοδοτική δαπάνη κατά 2% του ΑΕΠ, όπως θα έχει διαμορφωθεί το 2070, σε σχέση με το 2019. Αυτό σημαίνει ότι θα επέρχεται αύξηση στα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, άρα θα αποχωρούν από την εργασία τους συγκριτικά λιγότεροι απασχολούμενοι και έτσι η δαπάνη για καταβολή συντάξεων θα είναι όλο και πιο μικρή. Ήδη έχει διαπιστωθεί ότι η αύξηση των συνταξιούχων στην Ελλάδα πραγματοποιείται με πιο αργό ρυθμό συγκριτικά με το παρελθόν.

Η μεγαλύτερη πρόκληση

Στην έκθεση του ΟΟΣΑ τονίζεται ότι η μεγαλύτερη μακροπρόθεσμη πρόκληση για τα ασφαλιστικά συστήματα συνεχίζει να είναι η παροχή οικονομικά και κοινωνικά βιώσιμων συντάξεων στο μέλλον. Πολλές χώρες έχουν εισαγάγει μηχανισμούς αυτόματης προσαρμογής στα συνταξιοδοτικά τους συστήματα που αλλάζουν τις παραμέτρους, όπως η ηλικία συνταξιοδότησης, οι παροχές ή τα ποσοστά εισφορών, όταν αλλάζουν δημογραφικοί, οικονομικοί ή χρηματοοικονομικοί δείκτες. Αυτοί οι μηχανισμοί αυτόματης προσαρμογής είναι ζωτικής σημασίας για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της γήρανσης, εκτιμά ο Οργανισμός. Περίπου τα δύο τρίτα των χωρών του ΟΟΣΑ χρησιμοποιούν κάποια μορφή μηχανισμού αυτόματης προσαρμογής στα συνταξιοδοτικά τους συστήματα. Η ανάλυση του ΟΟΣΑ δείχνει ότι με την πάροδο των ετών υπήρξαν περιπτώσεις όπου οι μηχανισμοί αυτόματης προσαρμογής μερικές φορές ανεστάλησαν ή και καταργήθηκαν, προκειμένου να αποφευχθούν περικοπές συνταξιοδοτικών παροχών και αυξήσεις ηλικίας συνταξιοδότησης. Σε σύγκριση, ωστόσο, με την εναλλακτική των διακριτικών αλλαγών, αυτοί οι μηχανισμοί μπορούν να σχεδιαστούν και να εφαρμοστούν για να επιφέρουν αλλαγές που είναι πιο διαφανείς και πιο δίκαιες μεταξύ των γενεών.