Η Βουλή τίμησε την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας

Νέα

Στην κοινή συνεδρίαση της Επιτροπής Ισότητας και της Επιτροπής Κοινωνικών Υποθέσεων παρουσία της Προέδρου της Δημοκρατίας

Την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας τίμησε η Βουλή των Ελλήνων σε κοινή συνεδρίαση της Επιτροπής Ισότητας, Νεολαίας και Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και της Επιτροπής Κοινωνικών Υποθέσεων, με θέμα «Ημέρα για τα δικαιώματα των γυναικών».

Στη συνεδρίαση παρέστη και απηύθυνε ομιλία η Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κυρία Κατερίνα Σακελλαροπούλου, μετά από πρόσκληση του Προέδρου της Βουλής, κ. Κωνσταντίνου Τασούλα. Τον λόγο έλαβε επίσης ο Πρωθυπουργός, κ.Κυριάκος Μητσοτάκης.
Με την ευκαιρία της παγκόσμιας ημέρας, ο κ. Τασούλας προσέφερε στους βουλευτές το βιβλίο «Μισός αιώνας γυναικείας ψήφου, μισός αιώνας γυναίκες στη Βουλή» της καθηγήτριας Μάρως Παντελίδου Μαλούτα, έκδοση του Ιδρύματος της Βουλής για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία.

Η προεδρεύουσα, Πρόεδρος της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Ισότητας, Νεολαίας και Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Άννα Καραμανλή, κηρύσσοντας την έναρξη της συνεδρίασης, επισήμανε ότι η πρωτοφανής υγειονομική κρίση απομακρύνει τον στόχο του ΟΗΕ για την αναγνώριση της ισότητας των φύλων όχι μόνο ως θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα, αλλά και ως απαραίτητη βάση για έναν βιώσιμο κόσμο. Τόνισε, ωστόσο, ότι «η προώθηση και επίτευξη της ισότητας των φύλων δεν είναι δυνατή χωρίς τη συμμετοχή των αγοριών και των ανδρών» επισημαίνοντας τον ρόλο και την ευθύνη τους στην καταπολέμηση της σεξουαλικής και της έμφυλης βίας. «Η ισότητα των φύλων δεν αποτελεί μόνο ένα θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα, αλλά και απαραίτητο υπόβαθρο για έναν ειρηνικό, βιώσιμο και με ευημερία κόσμο» υπογράμμισε.

Η Πρόεδρος της Δημοκρατίαςαναφέρθηκεστην καθοριστική συμβολή των γυναικών στους εθνικούς και κοινωνικούς αγώνες, αλλά και στην ανάγκη απάλειψης των θεσμικών εμποδίων και των στερεοτύπων για την ισότιμη συμμετοχή τους στην οικογενειακή, εργασιακή και πολιτική ζωή. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη συνεισφορά των γυναικών που εργάζονται σήμερα σε κρίσιμους για την αντιμετώπιση της πανδημίας τομείς υπογραμμίζοντας ότι «το παράδειγμα αυτών των γυναικών ενδυναμώνει τις κόρες τους, τις οπλίζει με αυτοπεποίθηση και δύναμη, τις προετοιμάζει για τον καινούργιο κόσμο που ανατέλλει και τις έχει ανάγκη».

Η κυρία Σακελλαροπούλου είπε επίσης μεταξύ άλλων: «Σήμερα, από το βήμα αυτό που τόσο τιμητικά μου παραχωρήθηκε, θα ήθελα να μιλήσω για τα σταθερά, σίγουρα, θετικά βήματα της γυναικείας διαδρομής μέσα στον χρόνο. Χωρίς ούτε μια στιγμή να προσπερνώ τα προβλήματα που έγιναν εμφανέστερα στις συνθήκες της πανδημίας, τη διόγκωση της ενδοοικογενειακής βίας και της σεξουαλικής παρενόχλησης, την εργασιακή ανασφάλεια, την τρομερή συμπίεση που υφίστανται οι γυναίκες που βρίσκονται σε συνθήκες πολλαπλής ευαλωτότητας, μητέρες μονογονεϊκών οικογενειών, ηλικιωμένες με πενιχρά εισοδήματα, πρόσφυγες και μετανάστριες, συχνά θύματα σωματεμπορίας, σεξουαλικής εκμετάλλευσης, καταναγκαστικής εργασίας, πολλαπλής κακοποίησης.

Σε αυτές τις γυναίκες της εύθραυστης επιβίωσης είναι στραμμένο το βλέμμα μας, αυτές οφείλουμε να συνδράμουμε και να ενισχύσουμε με κάθε τρόπο. Η τραυματισμένη σιωπή τους δεν θα γίνει ποτέ κραυγή– ένας λόγος παραπάνω για να τις ακούσουμε.
Από μιαν άλλη ωστόσο πλευρά της τραυματισμένης γυναικείας αξιοπρέπειας, οι φωνές πολλαπλασιάζονται. Το ελληνικό κίνημα #MeToo αποκάλυψε μια ανεπούλωτη και ανομολόγητη κοινωνική πληγή: τις ενδοοικογενειακές, ενδοεπαγγελματικές, ενδοσυντεχνιακές μορφές αυταρχισμού που καταλήγουν στη χρόνια υποτίμηση, εκμετάλλευση και βία εναντίον των γυναικών. Παροτρύναμε τα θύματα του σεξισμού, της κακοποίησης, της κατάχρησης εξουσίας να μιλήσουν. Τα διαβεβαιώσαμε ότι η καταφυγή στη δικαιοσύνη αποτελεί δικαίωμα και ταυτόχρονα ασπίδα προστασίας τους.

Ωστόσο, όσο αυστηρό και αν γίνει το νομοθετικό πλαίσιο που θα αντιμετωπίζει τέτοια φαινόμενα, ελάχιστα πράγματα θα αλλάξουν αν δεν αναδιοργανωθούν οι σχέσεις της οικογενειακής, εκπαιδευτικής και επαγγελματικής μας οικειότητας. Αν δεν ανατραπούν νοοτροπίες και αντιλήψεις βαθιά ριζωμένες στην κοινωνία μας. Αν μέσω της συστηματικής διαπαιδαγώγησης δεν καταλυθούν τα στερεότυπα και οι έμφυλες διακρίσεις που ακυρώνουν προσωπικότητες, αλλοιώνουν τις σχέσεις και δημιουργούν άγονη και οδυνηρή αντιπαλότητα ανάμεσα στα φύλα».
Ο Πρωθυπουργός κ. Κυριάκος Μητσοτάκης στην παρέμβασή του σημείωσε πως «για πρώτη φορά οι Ελληνίδες μπόρεσαν και εξέφρασαν, δημόσια, κρυμμένα μυστικά που μέχρι σήμερα ήταν βαθιά καταχωνιασμένα στις ψυχές τους.

Το γεγονός ότι μπορούμε πια ανοιχτά να μιλάμε για φαινόμενα εξουσιαστικής βίας και να δίνουμε την ασφάλεια στα θύματα για να διεκδικήσουν το δίκαιό τους, να μπορούν να προσφύγουν στη δικαιοσύνη, να αντιμετωπίσουν τον μεγάλο πόνο και να έχουν δικαιοσύνη που αρμόζει, είναι σημαντική κατάκτηση για την ελληνική κοινωνία την οποία πρέπει σύσσωμο το πολιτικό σύστημα να τη χαιρετίσει». Αναφερόμενος στο θέμα της πανδημίας, ο Πρωθυπουργόςεξέφρασε «το πιο μεγάλο ευχαριστώ στις νοσηλεύτριες, στις εργαζόμενες σε σούπερ μάρκετ, σε οίκους ευγηρίας, στις ελληνίδες εκπαιδευτικούς, για την τεράστια προσπάθεια που καταβάλλουν ώστε να ξεπεράσουμε την κρίση». Τέλος, ο κ. Μητσοτάκης είπε: «Δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω την τεράστια συμβολική σημασία που εκπέμπει το γεγονός ότι το μεγάλο αξίωμα της χώρας μας κατέχει πλέον γυναίκα. Ενδεχομένως να ήταν αδιανόητο πριν από κάποιες δεκαετίες. Ίσως να μην ήταν αυτονόητο προ δύο ετών. Σήμερα είναι κεκτημένο και αυτό συνιστά την καλύτερη απόδειξη τι σημαίνει πρόοδος. Μια τολμηρή πρωτοβουλία να μετατρέπεται σε αυτονόητη πραγματικότητα».

Στη συνέχεια, τον λόγο έλαβε ο Πρόεδρος της Διαρκούς Επιτροπής Κοινωνικών Υποθέσεων, κ. Βασίλης Οικονόμου, ο οποίος τόνισε πως πρέπει να συνεχιστεί ο αγώνας για την ισότητα των γυναικών έχοντας μια καθολική προσέγγιση τόσο σε επίπεδο εθνικών κοινοβουλίων όσο και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να σχεδιαστούν πολιτικές που να εξασφαλίζουν τα δικαιώματα των γυναικών στον αναπτυσσόμενο κόσμο.
Στη συνεδρίαση χαιρετισμούς απηύθυναν εκπρόσωποι όλων των κοινοβουλευτικών ομάδων: Από τη Ν.Δ. η κ. Παρασκευή Βρυζίδου, από τον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία η  κ. Μερόπη Τζούφη, από το ΚΙΝΑΛ η κ. Χαρά Κεφαλίδου, από το ΚΚΕ η κ. Λιάνα Κανέλη και από την Ελληνική Λύση η κ. Αναστασία Αικατερίνη Αλεξοπούλου, οι οποίες έκαναν ιδιαίτερη αναφορά στις πρωτόγνωρες συνθήκες που δημιούργησε η πανδημία στην καθημερινότητα των γυναικών, επιφέροντας ένα ακόμη ισχυρό πλήγμα στη θέση τους.

Αμέσως μετά, η Υπουργός Υγείας και Θρησκευμάτων, κ. Νίκη Κεραμέως, υπογράμμισε τη σημαντική πρόοδο που έχει σημειώσει η χώρα μας στον τομέα της ισότητας των γυναικών, έκανε λόγο για ισχυρή θεσμική κατοχύρωση των δικαιωμάτων των γυναικών, η οποία όμως δοκιμάζεται εν μέσω της υγειονομικής πρόκλησης που βιώνουμε, και αναφέρθηκε στα μέτρα που έχει υιοθετήσει η κυβέρνηση για την περαιτέρω διασφάλιση της ισότητας μεταξύ των φύλων στην πράξη.

Ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, κ. Κωστής Χατζηδάκης, αναφέρθηκε στους άξονες που θα κινηθεί το υπουργείο με νομοθετικές πρωτοβουλίες, οι οποίοι είναι η καταπολέμηση της έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας, η οικονομική χειραφέτηση των γυναικών και η ένταξη της διάστασης του φύλου σε όλες τις δημόσιες πολιτικές.

Η Υφυπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, κ. Μαρία Συρεγγέλα, επισήμανε πως η κρίση της πανδημίας είναι δραματική και τα κοινωνικά θύματά της είναι οι γυναίκες, καθώς την εποχή αυτή κλιμακώθηκε και το ζήτημα της βίας (έμφυλη, ενδοοικογενειακή) με θύματα όχι μόνο της γυναίκες αλλά και τα παιδιά τους, ενώ αναφέρθηκε και στα μέτρα που έλαβε το υπουργείο για την προστασία τους.

Η ομιλία της Μερόπης Τζούφη

Κατά την ίδια συνεδρίαση τοποθετήθηκε και η βουλευτής Ιωαννίνων Μερόπη Τζούφη η οποία μεταξύ άλλων ανέφερε τα εξής:
«…όλες και όλοι θα συμφωνήσουμε πως, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, οι κατακτήσεις του γυναικείου κινήματος δοκιμάζονται και αμφισβητούνται, με την έμφυλη ισότητα να παραμένει ένα ανοιχτό ζήτημα.
Επιτρέψτε μου να κάνω μια γλωσσολογική αναφορά, η οποία είναι όμως βαθιά πολιτική και αποκρυσταλλώνει μια σειρά από κοινωνικές αντιλήψεις, στερεότυπα και ανισότητες. Για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας μας, έχουμε μια γυναίκα στη θέση της Προέδρου της Δημοκρατίας.

Η προσφώνηση «κυρία Πρόεδρος» φαίνεται να είναι η πιο εύλογη επιλογή, η οποία όμως έχει ένα σοβαρό πρόβλημα. Δηλώνει πως μια γυναίκα για να υπάρξει γλωσσικά σε ένα ανώτερο αξίωμα, εν προκειμένω στο ανώτατο πολιτειακό, πρέπει να είναι άντρας. Πρόεδρος δηλαδή και όχι οποιοδήποτε άλλο θηλυκό ουσιαστικό. Είναι κάτι που πρέπει να μας προβληματίσει.
Συνεχίζω, επίσης με μια κοινή διαπίστωση. Ολόκληρος ο πλανήτης είναι αντιμέτωπος με την υγειονομική κρίση και η χώρα μας, αντιμέτωπη με μια νέα οικονομική κρίση με πολλαπλές συνέπειες σε βάρος των γυναικών. Σημειώνω ενδεικτικά, πως τα πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για την περίοδο της πανδημίας, δείχνουν αύξηση της ανεργίας η οποία επηρεάζει τις γυναίκες περισσότερο από τους άνδρες κατά 6 με 8 μονάδες.

Επίσης, η εξάπλωση της πανδημίας επιδεινώνει τις υπάρχουσες ανισότητες μεταξύ των φύλων. Οι καταγγελίες για φαινόμενα έμφυλης και ενδο-οικογενειακής βίας έχουν αυξηθεί κατακόρυφα, ενώ οι κυβερνητικές επιλογές μετατροπής του δημόσιου σύστηματος υγείας σε νοσοκομεία για μια μόνο νόσο -αυτή του κορωναϊού- παρεμποδίζουν την πρόσβαση της πλειοψηφίας των πολιτών στη περίθαλψη. Στο πλαίσιο αυτό, οι γυναίκες στερούνται την πρόσβαση ακόμα και σε τετριμμένες – όμως απαραίτητες- ιατρικές εξετάσεις που σχετίζονται με την αναπαραγωγική και σεξουαλική τους υγεία.

Απ΄ την άλλη πλευρά οι γυναίκες είναι αυτές που πρωταγωνιστικά πάλεψαν και εξακολουθούν να παλεύουν στην πρώτη γραμμή της μάχης ενάντια στην πανδημία, γιατρίνες, νοσηλεύτριες, εργαζόμενες στα σουπερμάρκετ και στις υπηρεσίες φροντίδας και καθαριότητας, σε πολλαπλούς ρόλους και καθήκοντα.

Δυστυχώς μια νέα σκιά ήρθε να προστεθεί και σήμερα συζητάμε υπό το βάρος των αποκαλύψεων πολλών αγοριών και κοριτσιών που βρήκαν το θάρρος και το κουράγιο να καταγγείλουν την παρενόχληση και τη βία που έχουν υποστεί. Η Σοφία Μπεκατώρου έσπασε τη σιωπή για το χώρο του αθλητισμού, για να ακολουθήσει ο χώρος του θεάτρου και του θεάματος.
Όλα αυτά καταμαρτυρούν πως η έμφυλη ισότητα και τα δικαιώματα δεν κατοχυρώνονται μόνο μέσω της νομοθεσίας. Η νομική κατοχύρωση είναι σημαντική, όμως η πραγματικότητα φανερώνει πως πρέπει να κατοχυρωθεί και στην πράξη, να γίνει μέρος της συνείδησής μας και της καθημερινής μας πρακτικής. Και αυτή η μάχη: στη κοινωνία, στους εργασιακούς χώρους, στην οικογένεια, στην εκπαίδευση και σε κάθε κοινωνικό χώρο, είναι διαρκής».